ἐχέτρωσις

ἐχέτρωσις, εως, ,
A Bryonia cretica, Hp.Nat.Mul.33, Gal.19.101, cj. in Dsc.4.182.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχέτρωσις — ἐχέτρωσις, ἡ (Α) το φυτό βρυωνία η κρητική. [ΕΤΥΜΟΛ. < εχε * (< έχω I) + τρωσις (πιθ. < θ. τρω τού τι τρώ σκω) …   Dictionary of Greek

  • ἐχέτρωσις — Bryonia cretica fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχετρώσιος — ἐχέτρωσις Bryonia cretica fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέτρωσιν — ἐχέτρωσις Bryonia cretica fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.